Δωρεές

Παρακαλούμε ενισχύστε την προσπάθειά μας

Amount:
 EUR

Αρχική

Έλληνες στην Κριμαία του ρωσικού εμφυλίου πολέμου (1918-1921)

 

 

 

Η συμμετοχή των ελληνικών πληθυσμών στον ρωσικό εμφύλιο στην περιοχή της Κριμαίας εντάσσεται στο γενικότερο πολεμικό κλίμα που διαμόρφωσαν τα διάφορα ιδεολογικά στρατόπεδα από τον Οκτώβριο του 1917 έως και τα τέλη του 1920, οπότε οι μπολσεβίκοι παγίωσαν την εξουσία τους στην περιοχή. Καθ’ όλη αυτή την περίοδο αναδύθηκαν τα εθνικά μίση του παρελθόντος, απέκτησαν σάρκα και οστά οι πρώτοι ιδεολογικοί διαχωρισμοί μέσα στο πλαίσιο των ελληνικών κοινοτήτων, ενώ η έλευση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στη Σεβαστούπολη έφερε τους ντόπιους αντιμέτωπους με κρίσιμες αποφάσεις.

Πριν από αρκετά χρόνια, θέματα ιδιάζουσας ιστορικής και πολιτικής σημασίας, όπως αυτό της συμμετοχής των Ελλήνων στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο, είτε αντιμετωπίζονταν επιφανειακά –εφόσον δεν είχε έρθει στο φως το πλήθος των αρχείων εκείνης της περιόδου– είτε απουσίαζαν από τα πεδία ενδιαφέροντος των ιστορικών. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, τέτοιου είδους ζητήματα φωτίζουν μερικές από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας των ελληνικών παροικιών στη Ρωσία.

 

 

Το υπό μελέτη θέμα βασίζεται σε δύο κεντρικούς άξονες: στην ανάδειξη από τη μία των εθνικών και από την άλλη των ταξικών/κοινωνικών χαρακτηριστικών της στάσης των Ελλήνων της Κριμαίας στην εμφύλια σύγκρουση. Αυτοί οι δύο άξονες είναι αδύνατο να νοηματοδοτηθούν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, αφού περιπλέκονται σε βαθμό τέτοιο ώστε σφραγίζουν εντέλει την ιστορική διαδικασία στο σύνολό της. Ταυτόχρονα, τα ευρύτερης σημασίας γεγονότα αποκτούν ειδικό βάρος στην ανάλυση, με αποτέλεσμα η αποφυγή της μελέτης τους να είναι αδιανόητη.

Η κατανόηση της ιστορίας των μικρών ελληνικών κοινοτήτων της Κριμαίας καθιστά απαραίτητη τη συνολική ανάλυση ή τουλάχιστον μια εκτενή επισκόπηση των γεγονότων που ακολούθησαν την Οκτωβριανή Επανάσταση. Και αυτό διότι ο ελληνικός πληθυσμός βρισκόταν σε άμεση συσχέτιση με τους υπόλοιπους πληθυσμούς της χερσονήσου, έχοντας διαμορφώσει χρόνιες σχέσεις οι οποίες δοκιμάστηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Οι ιστορίες των λαών που διαδραμάτισαν –ο καθένας τον δικό του– μικρό ή μεγάλο ρόλο στα εμφυλιακά γεγονότα, αναμιγνύονται, αποτελώντας μια αδιαμφισβήτητα δυναμική συνισταμένη στην ιστορική διαδικασία. Επιπλέον, κρίνεται απαραίτητο να μελετηθούν κεντρικά γεγονότα ή πολιτικές αποφάσεις, όπως για παράδειγμα η έλευση τριών διαφορετικών κατοχικών στρατευμάτων στη χερσόνησο, δεδομένου ότι η κινητικότητα των ελληνικών πληθυσμών εντάχθηκε στο πλαίσιο που έθεσαν οι τελευταίες.

 

 

 

 

 

 

Πέρα, όμως, από το γενικότερο πολιτικό-ιστορικό πεδίο, υπάρχει και η μικρο-ιστορία των ελληνικών κοινοτήτων της Κριμαίας. Το αρχαιότερο φύλο, σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς, που κατοίκησε τη χερσόνησο πέρασε «χίλια μύρια κύματα» στη διάρκεια των αιώνων. Ενα κομμάτι του εξαφανίστηκε μετά από βαρβαρικές επιδρομές προς τα τέλη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ένα άλλο εγκατέλειψε το 1778 την Κριμαία για να εγκατασταθεί βορειοανατολικά, στη σημερινή περιοχή της Μαριούπολης, και να δημιουργήσει μια πολύ σημαντική παροικία, ενώ το υπόλοιπο συρρικνώθηκε ακόμη περισσότερο προς τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, είτε λόγω της ενσωμάτωσής του με τους γειτονικούς πληθυσμούς είτε λόγω της καμπάνιας του εκρωσισμού από το τσαρικό καθεστώς.

Η άφιξη χιλιάδων Ελλήνων χριστιανών, κυνηγημένων από τους Τούρκους στα εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως την περίοδο 1917-1921, αναγέννησε το ελληνικό στοιχείο της κριμαϊκής χερσονήσου, ενώ διαμόρφωσε και τη μετέπειτα ταυτότητα των σοβιετικών Ελλήνων, οι οποίοι βίωσαν, προς τα τέλη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, τη χειρότερη και πιο άδικη ίσως αντιμετώπιση από όλες τις εξουσίες που πέρασαν από τη χερσόνησο: τον μαζικό εκτοπισμό τους το 1944.

 

 

Sixth_5B.jpg

 

Η ιστορία του εμφυλίου στην Κριμαία 

 

Ο εμφύλιος στην Κριμαία δεν άλλαξε μόνο τους συσχετισμούς στα διάφορα ιεραρχικά κλιμάκια της τοπικής και κεντρικής εξουσίας της Κριμαίας, αλλά μετέβαλε και τις αντιλήψεις των εθνοτήτων της, τον αυτοπροσδιορισμό τους μέσα στον γεωγραφικό και πολιτικό χώρο που διαμορφώθηκε με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εν γένει, αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους παράγοντες που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις και επέφεραν αλλαγές σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.

Από τα τέλη του 1917 έως και τις αρχές του 1918, οι μπολσεβίκοι άρχισαν να αποκτούν συμμάχους στην κριμαϊκή χερσόνησο και να στήνουν παντού πυρήνες και επαναστατικές επιτροπές. Επιγραμματικά, από τον Ιανουάριο έως και τον Φεβρουάριο του 1918 απέκτησαν σταδιακά τον έλεγχο των αστικών κέντρων της χερσονήσου (Γιάλτα, Συμφερόπολη, Ευπατόρια κ.ά.), ο οποίος συνοδεύτηκε από μαζικές εκτελέσεις ευγενών, εμπόρων, τοπικών παραγόντων και στρατιωτικών.

Προς βοήθεια των μπολσεβίκων θα κινηθεί και ένα σημαντικό μέρος του Στόλου της Μαύρης Θάλασσας, το οποίο ήρθε σε σύγκρουση με τις δυνάμεις των Τατάρων εθνικιστών («εσκαντρόντσι»). Επίσης, τους μπολσεβίκους συνέδραμε η πλειονότητα των Εβραίων, αλλά και σημαντικό τμήμα των Ελλήνων. Από την άλλη, δεν ήταν παρά ελάχιστοι οι Τάταροι οι οποίοι πέρασαν στο κόκκινο στρατόπεδο.

 

0_7b265_8f533fd9_orig.jpg

 

 

 

 

Οι μπολσεβίκοι, αν και χρησιμοποίησαν την αντιταταρική/αντιμουσουλμανική προπαγάνδα προκειμένου να προσεταιριστούν άλλες εθνότητες (κυρίως χριστιανούς, όπως οι Ελληνες), δεν γενίκευσαν το μίσος εναντίον του συνόλου του ταταρικού λαού, αλλά το έστρεψαν περισσότερο στις οικονομικές ελίτ που δρούσαν στο πλαίσιό του. Εντούτοις, τα όρια αποδείχθηκαν αρκετά λεπτά για τέτοιου είδους διακρίσεις. Οι αντιταταρικές θέσεις κόστισαν ζωές αθώων, ενώ αρκετοί Τάταροι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η συνολική, θα λέγαμε, αντιμπολσεβικική/αντικομουνιστική στάση των Τατάρων δεν υπαγορευόταν από ταξικά κριτήρια: παρότι στην πλειονότητά τους ήταν φτωχοί αγρότες, συνασπίστηκαν γύρω από θρησκευτικούς και εθνικούς παράγοντες τους οποίους εμπιστεύονταν περισσότερο για την επιβίωση και μακροημέρευσή τους.

Στα τέλη του Απριλίου 1918 έληξε άδοξα η επικυριαρχία των μπολσεβίκων. Επειτα από στρατιωτική εισβολή στις 18 Απριλίου, μια ξενόφερτη γερμανική διοίκηση επιβλήθηκε με τη βία στη χερσόνησο και σταθεροποιήθηκε αφού συγκρούστηκε με τους κοκκινοφρουρούς.

Η γερμανική στρατιωτική διοίκηση έθεσε άτυπα τρεις στόχους: α) να παγιώσει τον γερμανικό έλεγχο στην περιοχή με απώτερο σκοπό τη δημιουργία γερμανικής αποικίας, β) να περιορίσει τον ρωσικό/σοβιετικό επεκτατισμό στη νότια Ουκρανία και τον Καύκασο και γ) να καρπωθεί τον πλούτο της περιοχής (αμύθητα ποσά αλλά και περιουσιακά στοιχεία της τσαρικής οικογένειας λεηλατήθηκαν και μεταφέρθηκαν στη Γερμανία). Οι Γερμανοί εισβολείς προσπάθησαν να προσεταιριστούν τη γερμανική εθνική μειονότητα, ώστε να θέσουν τη βάση ενός αποικιοκρατικού καθεστώτος στη χερσόνησο. Ο στόχος επετεύχθη έπειτα από υποσχέσεις για στήριξη οικονομικής φύσης από τον Κάιζερ – αν και το συγκεκριμένο γεγονός αποδείχθηκε ελάσσονος σημασίας.

 

White-Guards_1707959c.jpg

 

Από τον Απρίλιο έως και τον Σεπτέμβριο του 1918, φούντωναν οι συζητήσεις σχετικά με το πολιτειακό καθεστώς της Κριμαίας. Παράλληλα, είχε δημιουργηθεί μια νέα κρατική οντότητα και μια πρώτη κυβέρνηση, η οποία, ωστόσο, απέτυχε να λύσει τόσο το αγροτικό πρόβλημα όσο και το ζήτημα των εθνοτήτων.

Το φθινόπωρο του 1918, και έπειτα από τη σταδιακή αποσύνθεση των γερμανικών στρατευμάτων, τα τελευταία εγκατέλειψαν το έδαφος της Κριμαίας, ενώ η κυβέρνηση που σχηματίστηκε ζήτησε τη βοήθεια του Λευκού/Εθελοντικού Στρατού και του στρατηγού Ντενίκιν, προκειμένου να σταλεί άμεσα στρατιωτική ενίσχυση στα κριμαϊκά εδάφη, ώστε να εξασφαλιστεί η «ασφάλεια» στην περιοχή την οποία είχαν προηγουμένως «εγγυηθεί» οι γερμανικές δυνάμεις. Ο Ντενίκιν δήλωσε αδυναμία να στείλει μαζικά στρατό στη χερσόνησο, αλλά, παρόλα αυτά, οι μονάδες που έφθασαν, συνέλαβαν και εξόντωσαν μπολσεβίκους και παράλληλα λεηλάτησαν εφημερίδες και τυπογραφεία, προκαλώντας το μένος του πληθυσμού.

Στις 26 Νοεμβρίου 1918, εισέβαλαν στη Σεβαστούπολη οι δυνάμεις της Αντάντ: 22 πλοία με αγγλικές, γαλλικές, ιταλικές και ελληνικές σημαίες. Οι συμμαχικές δυνάμεις προσπάθησαν να αποκτήσουν τον έλεγχο στην περιοχή, φροντίζοντας την απόκρουση ενός πιθανού «κόκκινου πραξικοπήματος ή εισβολής», με τη συμμετοχή τους σε κατασταλτικές επιχειρήσεις, σε συλλήψεις μπολσεβίκων, σε περιφρούρηση των φυλακών και διάλυση των «κόκκινων» στρατιωτικών αποσπασμάτων.

Εντούτοις, στις 29 Μαρτίου 1919, η 1η μεραρχία του Ζαντνεπρόβσκ του Κόκκινου Στρατού εισέβαλε στην περιοχή του Περεκόπ και την κατέλαβε. Δεκαπέντε ημέρες αργότερα έφθασε στη Συμφερόπολη και την Ευπατόρια, ενώ στη συνέχεια έθεσε υπό την κατοχή της και το Μπαχτσισαράι. Οι δυνάμεις της Αντάντ, παρακολουθώντας την «κόκκινη» προέλαση και ανησυχώντας για την απειθαρχία που σημειωνόταν σε ένα σημαντικό μέρος του στρατεύματος –το οποίο είτε έβλεπε με συμπάθεια είτε αρνείτο να πολεμήσει είτε αυτομολούσε και συμπαρατασσόταν με τους μπολσεβίκους–, αποφάσισαν να αποχωρήσουν από την Κριμαία. Ετσι, από τον Απρίλιο έως και τον Ιούνιο του 1919, η Κριμαία ανακηρύχθηκε σε Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία και προσχώρησε στη Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία.

 

3670091_601-5.jpg

 

Το συγκεκριμένο πολιτειακό καθεστώς δεν διήρκεσε παρά μερικούς μήνες, εξαιτίας της αντεπίθεσης των «λευκών» στρατευμάτων. Η κατάληψη περιοχών της νότιας Ουκρανίας από τους Λευκούς ανάγκασε τις δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού να εκκενώσουν την Κριμαία για να ενισχύσουν άλλα μέτωπα. Στις 23 Ιουνίου έφθασε στη Σεβαστούπολη ένα κομμάτι του Εθελοντικού Στρατού. Οι Λευκοί, όταν κατέλαβαν τη χερσόνησο και όρισαν τη Σεβαστούπολη πρωτεύουσα της νεοσύστατης «Κυβέρνησης της Νότιας Ρωσίας, έθεσαν ως πρώτο μέλημά τους την επιστροφή των εθνικοποιημένων περιουσιών (από τους μπολσεβίκους) στους ιδιοκτήτες τους, ενώ παράλληλα επέβαλαν ένα κλίμα βαριάς καταστολής.

Παρόλα αυτά, οι δυνάμεις των μπολσεβίκων και των συμμάχων τους αυξάνονταν διαρκώς, με τη συμμετοχή των επαγγελματικών ενώσεων και των σωματείων μέχρι και των ναυτών του Στόλου της Μαύρης Θάλασσας. Στις 16 Μαρτίου 1920, οι μπολσεβίκοι της Σεβαστούπολης απηύθυναν ανοικτό κάλεσμα στον εργαζόμενο πληθυσμό της πόλης για ένοπλη εξέγερση εναντίον των Λευκών. Οι υποκινητές της εξέγερσης συνελήφθησαν, όμως το κίνημα αλληλεγγύης που είχε δημιουργηθεί ανέδειξε τη στήριξη των συνδικάτων και των εργαζομένων της πόλης στους μπολσεβίκους συλληφθέντες που προορίζονταν για την εσχάτη των ποινών. Ενδεκα ημέρες αργότερα, η διοίκηση του Λευκού Στρατού κήρυξε την Κριμαία σε κατάσταση πολιορκίας. Σε αυτό το κλίμα, η διοίκηση των Λευκών άλλαξε χέρια, από τον στρατηγό Ντενίκιν στον Βράνγκελ.

Ο Βράνγκελ συγκέντρωσε όλες τις εξουσίες –στρατιωτικές, πολιτικές, διοικητικές– στην Κριμαία, ενώ καθόρισε και τα επίπεδα της αγροτικής παραγωγής. Την ίδια στιγμή, έθεσε προς πώληση στο εξωτερικό τον πολεμικό εξοπλισμό και τα πλοία του Στόλου της Μαύρης Θάλασσας. Τον Οκτώβριο του 1920, ο Κόκκινος Στρατός έκανε την επανεμφάνισή του και κατέλαβε το Περεκόπ. Η γενικευμένη φτώχεια αλλά και η κακή κατάσταση του εθελοντικού στρατεύματος διασάλευσαν τα θεμέλια της κυριαρχίας των Λευκών, οδηγώντας τους σε οριστική αποχώρηση.

Στις 13 Νοεμβρίου συναντήθηκαν όλοι οι κομμουνιστές, οι αριστεροί εταίροι και οι αναρχικοί της Σεβαστούπολης με σκοπό να οργανώσουν τη νέα προλεταριακή εξουσία, ενώ συστάθηκε επίσης η πρώτη επαναστατική επιτροπή της πόλης. Μια ημέρα αργότερα συντελέστηκε η πρώτη σύσκεψη των κομμουνιστών, για πρώτη φορά ανεμπόδιστα, υπό την οριστική προστασία της νεαρής σοβιετικής εξουσίας. Η κυριαρχία των μπολσεβίκων, που επρόκειτο να διαρκέσει περισσότερα από 70 έτη στην Κριμαία, είχε ξεκινήσει.

 

 

crimea2-articleLarge.jpg

 

 

Η εμπλοκή των Ελλήνων στον εμφύλιο

 

Η στάση των Ελλήνων στα γεγονότα τα οποία εκτυλίχθηκαν μετά το 1917 έως και την παγίωση της σοβιετικής εξουσίας στη χερσόνησο, δεν είναι μονοσήμαντη ούτε υπαγορεύεται αποκλειστικά από τον ταξικό ή εθνικό παράγοντα.

Μετά το 1917 και την ανάδειξη νέων θεσμικών οργάνων στην Κριμαία, οι εκλογές ανέδειξαν υποψήφιους εκπροσώπους από όλες τις εθνικές μειονότητες, οι οποίοι προσπάθησαν να προωθήσουν είτε τα αιτήματα των εθνοτήτων που αντιπροσώπευαν είτε τα συμφέροντα της κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκαν. Μετά τον Φεβρουάριο του 1917 συστάθηκε στην Κριμαία Ελληνικό Συμβούλιο, ενώ στις 20 Νοεμβρίου 1917 ιδρύθηκε το Σοβιέτ Λαϊκών Αντιπροσώπων του Κυβερνείου της Ταυρίδας, στο οποίο την ελληνική μειονότητα εκπροσωπούσε ο Γ. Ι. Ούλιτσεβ, έμπορος και πρόεδρος της ελληνικής φιλανθρωπικής αδελφότητας στη Συμφερόπολη.

 

Την περίοδο της πρώτης κυριαρχίας των μπολσεβίκων στην Κριμαία (έως και τον Απρίλιο 1918) σημειώθηκαν οι πρώτες επιθέσεις Ελλήνων σε Τατάρους, αρχικά στη Γιάλτα, όπου τα σπίτια των τελευταίων λεηλατήθηκαν από τους Ελληνες της Αούτκα (περιοχή της Γιάλτας και πρώην ελληνικό χωριό). Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε και από έναν Τάταρο που επέζησε από τα επεισόδια της Γιάλτας, ο οποίος μαρτυρεί ότι ανάμεσα στους κοκκινοφρουρούς και τους ναύτες που συμμετείχαν στα πογκρόμ περιλαμβάνονταν και Ελληνες της Αούτκα και της Μπαλακλάβα. Ακόμη, ο Π. Κ. Χαρλάμπο, Ελληνας κάτοικος της πόλης, ανέφερε ότι η αιματοχυσία δεν ήταν παρά απόρροια του εθνοτικού μίσους μεταξύ Τατάρων και Ελλήνων. Αυτό αποτέλεσε ίσως το πρώτο γεγονός με συγκρουσιακά χαρακτηριστικά που σκιαγράφησε τη μετέπειτα συνέχεια της ρήξης Ελλήνων και Τατάρων.

 

yalta3.jpg

 

Στο σημείο αυτό βέβαια ανακύπτει ένα ζήτημα το οποίο καλό είναι να αναδειχθεί. Ιστορικοί, όπως ο Ζαρούμπιν, όταν αναφέρονται σε ελληνο-ταταρικές συγκρούσεις δεν διαχωρίζουν τους Ελληνες σε ταταρόφωνους και ελληνόφωνους, γεγονός που αποτελούσε χαρακτηριστικό γνώρισμα του ελληνικού στοιχείου της Κριμαίας, με αποτέλεσμα να γεννάται το ερώτημα αν επρόκειτο για ενδοελληνική σύγκρουση. Παρόλα αυτά, από τα στοιχεία που έχουν συλλεχθεί, ένα τέτοιο σενάριο μοιάζει απίθανο.

Σταδιακά, και μετά από αθρόα διασπορά φημών, άρχισαν να δημιουργούνται τα πρώτα ελληνοφοβικά και ρωσοφοβικά σύνδρομα ανάμεσα στους Τατάρους, αλλά και το αντίστροφο: ανάμεσα στους Ελληνες και στους ναύτες του Στόλου της Μαύρης Θάλασσας άρχισε να δημιουργείται μια αντιταταρική ρητορική. Οι αιτίες αυτής της κατάστασης, που κορυφώθηκε τον πρώτο χρόνο του κριμαϊκού εμφυλίου, ανάγονται στο παρελθόν. Σύμφωνα με διάφορους ιστορικούς αναλυτές, η αντιπαλότητα μεταξύ Ελλήνων και Τατάρων υπήρχε ανέκαθεν και είχε κατά κύριο λόγο οικονομικά αίτια. Επίσης, έχει διατυπωθεί και η ερμηνεία ότι αρκετοί Ελληνες, οι οποίοι είχαν ανοικτούς προσωπικούς λογαριασμούς οικονομικής φύσης με τους Τατάρους, τους ανήγαγαν σε εχθρούς του έθνους για να υποστούν την «κόκκινη» τρομοκρατία, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι οι Τάταροι θεωρούντο «αντεπαναστάτες».

Δεν είναι τυχαίο ότι η συγκεκριμένη αντιπαλότητα δεν σταμάτησε με τη λήξη του εμφυλίου. Σε επιστολή του εκπροσώπου των εθνικών μειονοτήτων της Κριμαίας, Μ. Χ. Σουλτάν-Γκαλίεβ, στον Στάλιν, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, αναφέρεται ότι Ελληνες συνεργάτες των Ειδικών Επιτροπών (που είχαν συστήσει οι μπολσεβίκοι στο πλαίσιο των στρατιωτικών-επαναστατικών επιτροπών), εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους, «ξεκαθάριζαν τους λογαριασμούς τους με τους Τατάρους και τους Τούρκους», διασπείροντας ψευδείς κατηγορίες ότι είναι αντεπαναστάτες και καταγγέλλοντάς τους στις Αρχές.

Πέρα όμως από τους παράγοντες οικονομικής φύσης, υπήρχαν και άλλα «τείχη» που χώριζαν τους δύο πληθυσμούς, με σημαντικότερο ίσως αυτό της θρησκείας: οι Ελληνες ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και οι Τάταροι μουσουλμάνοι. Οι διώξεις Αρμενίων και Ελλήνων κατά τη διάρκεια της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ώθησε ένα μεγάλο τμήμα τους στη μετανάστευση. Αρκετοί κατέληξαν στην Κριμαία όπου, κυνηγημένοι από τους Τούρκους, άρχισαν να διασπείρουν αντιισλαμικές ιδέες, επιτιθέμενοι με αυτόν τον τρόπο στους Τατάρους.

Επειτα από την κυριαρχία των μπολσεβίκων, η οποία για τους ντόπιους μουσουλμανικούς πληθυσμούς βιώθηκε ως τραγωδία, με την άφιξη των Γερμανών στις νότιες ακτές της Κριμαίας οι Τάταροι πήραν την εκδίκησή τους από τους Ρώσους και τους Ελληνες. Η γερμανική εισβολή τους όπλισε να εξεγερθούν, ενώ Ελληνες και Εβραίοι (οι τελευταίοι είχαν ταχθεί στην πλειονότητά τους με τους μπολσεβίκους) ήταν αυτοί οι οποίοι πλήρωσαν το βαρύ τίμημα.

Στο χωριό Μπιγιούκ-Λαμπάτ (σημερινό Μάλι-Μαγιάκ), πολλοί Ελληνες σκοτώθηκαν, ενώ οι περιουσίες τους λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν από τους Τατάρους. Από την άνοιξη έως το καλοκαίρι του 1918, η σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Τατάρων είχε γενικευτεί σε όλη τη νότια ακτή. Και ενώ, παρά τις διαφορές που τους χώριζαν, Ελληνες και Τάταροι κατοικούσαν στο παρελθόν στα ίδια ή σε διπλανά χωριά, τώρα η επαναστατική συγκυρία είχε δημιουργήσει τρομερά μίση. Θύματα του ταταρικού εθνικισμού έπεσαν ακόμη και παιδιά, ενώ δεν έμεινε ούτε μία ελληνική οικογένεια κατά μήκος του δρόμου από τη Γιάλτα προς την Αλούστα. Καταστράφηκε και η τελευταία ελληνική καλλιέργεια καπνού, ενώ όσοι Ελληνες κατάφεραν να σωθούν κατευθύνθηκαν προς τα βόρεια.

Ενας Ρώσος κάτοικος διηγείται: «Το βράδυ βλέπαμε τις λάμψεις από τις πυρκαγιές που έκαιγαν στο μήκος της νότιας ακτής. Οι Τάταροι εκδικήθηκαν τον ελληνικό πληθυσμό για το αίμα των σκοτωμένων τους αδελφών. Αρκετοί Ελληνες σκοτώθηκαν εκείνο το βράδυ και όλα τα κτήματά τους λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν. Οταν δύο ημέρες μετά έφυγα για τη Γιάλτα, υπολόγισα κατά μήκος του δρόμου καμιά δεκαριά φωτιές που κάπνιζαν ακόμα. Και στον δρόμο, ολόκληρες σειρές από φορτηγά-αμάξια, γεμάτα με αποσκευές, κλαμένες γυναίκες και παιδιά με μαυρισμένα μάτια…»

Από τις επιθέσεις των Τατάρων κάηκε ολοσχερώς το ελληνικό χωριό Ακτούζοϊ, ενώ το σύνολο του πληθυσμού του, συμπεριλαμβανομένων των γυναικόπαιδων, σφαγιάστηκε. Στα χωριά Κουτσούκ-Ουζέν, Αλούστα, Κορμπέκ, Μπιγιούκ-Λαμπάτ, Κοούς, Ουλού-Σαλά, εξοντώθηκαν δεκάδες εργαζόμενοι ρωσικής και ελληνικής καταγωγής. Το νοσοκομείο της Αλούστα κατέστη τόπος συγκέντρωσης κομμένων χεριών, αφτιών και θηλών. Αυτό αποτέλεσε και το «σημείο μηδέν» για την εκδίκηση των Ελλήνων, Αρμενίων και Ρώσων στην ταταρική εξέγερση.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, στο ελληνικό χωριό Σκέλια, ο χριστιανικός πληθυσμός, αφού είχε ήδη προειδοποιηθεί από τους Τατάρους της περιοχής ότι επρόκειτο να κτυπηθεί, συσπειρώθηκε και κατάφερε σημαντικό πλήγμα σε ένα μικρό ένοπλο ταταρικό απόσπασμα. Οπως στο Σκέλια, έτσι και αλλού, οι Ελληνες συνενώθηκαν με τους ναύτες και τους κοκκινοφρουρούς για την πάταξη της ταταρικής εξέγερσης. Στα χωριά Γκουρζούφ και Κιζίλτασε εκτέλεσαν όλους τους Τατάρους και τους πέταξαν στη θάλασσα, ενώ λεηλάτησαν και πυρπόλησαν τα σπίτια τους.

Διάσπαρτες φήμες που κυκλοφορούσαν εκείνη την περίοδο ανέφεραν ότι τις παραπάνω σφαγές διέπραξαν Ελληνες που είχαν προσχωρήσει στο στρατόπεδο των μπολσεβίκων. Φαίνεται ότι οι μπολσεβίκοι είχαν στηρίξει τους ελληνικούς πληθυσμούς της Κριμαίας –και κυρίως την ελληνική νεολαία της περιοχής της Μπαλακλάβα– αλλά και των νότιων ακτών της χερσονήσου, οι οποίοι στην πλειονότητά τους ήταν ψαράδες, ανειδίκευτοι εργάτες, τεχνίτες κ.ά.

Το παράδειγμα της Ευπατόριας είναι αρκετά χαρακτηριστικό και ως προς ένα άλλο ζήτημα: οι φτωχοί, αλλά καλά οργανωμένοι συνδικαλιστικά, Ελληνες ψαράδες είχαν ταχθεί με τους «Κόκκινους», την ίδια στιγμή που η αστική τάξη της πόλης ήταν «ελληνική». Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν σαφείς μαρτυρίες σύγκρουσης μεταξύ Ελλήνων, ικανές να δικαιολογήσουν την όξυνση ενός ενδεχόμενου κοινωνικού πολέμου στα ενδότερα της κοινότητας. Ετσι, αν αναζητήσουμε το ταξικό στοιχείο ως κινητήριο μοχλό για τη διαμόρφωση της στάσης απέναντι στα διαφορετικά στρατόπεδα του εμφυλίου, τότε ίσως να μην μπορέσουμε να λάβουμε ικανοποιητικές απαντήσεις.

Από την άλλη, είναι δύσκολο να επικαλεστεί κάποιος μόνο τη συγκυρία και την ανάγκη κοινής συσπείρωσης με τους μπολσεβίκους για την άμυνα στην ταταρική επίθεση. Δεν είναι ψέμα ότι την περίοδο 1917-1920 πολλοί Ελληνες άρχισαν να βλέπουν με συμπάθεια το επαναστατικό κίνημα, ενώ αρκετοί ήταν εκείνοι που στρατεύθηκαν με τους «Κόκκινους».

Τρανταχτό παράδειγμα είναι αυτό του Ωρίωνα Χριστοφόροβιτς Αλεξάκη, ο οποίος το 1917 οργάνωσε την Ενωση της Σοσιαλιστικής Νεολαίας στη Σεβαστούπολη, στην οποία διετέλεσε πρόεδρος έως και τα μέσα του ίδιου έτους. Από τον Ιανουάριο του 1918 ο Αλεξάκης εντάχθηκε στα μέλη της κομματικής επιτροπής της πόλης, της εκτελεστικής επιτροπής του τοπικού σοβιέτ, ενώ δύο μήνες αργότερα έγινε ένας από τους οργανωτές της νεολαίας της Γ’ Διεθνούς. Επιπλέον, έλαβε μέρος στην απελευθέρωση της Σεβαστούπολης ως πολιτικός κομισάριος της 1ης μεραρχίας του Ζαντνεπρόφσκ του Κόκκινου Στρατού. Από τον Μάιο του 1919 ανέλαβε την προεδρεία της στρατιωτικής-επαναστατικής επιτροπής της Σεβαστούπολης, ενώ κατέλαβε και άλλες επιτελικές θέσεις στη σοβιετική ιεραρχία. Το 1920 εστάλη σε αποστολή, από την Κομιντέρν, στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία για την προώθηση της Επανάστασης. Ωστόσο, δεν πρόλαβε ποτέ να φθάσει στον προορισμό του, καθώς συνάντησε τον θάνατο καθ’ οδόν.

Σε σημαντική μορφή αναδείχθηκε επίσης ο Σεργκέι Σεργκέεβιτς Κνόρους, ο οποίος ήταν ανθυπασπιστής του Στόλου της Μαύρης Θάλασσας, ενώ τον Φεβρουάριο του 1918 εκλέχθηκε επίσης πρόεδρος της κεντρικής επιτροπής του τελευταίου. Αρκετά δραστήριος όλο το διάστημα μεταξύ 1918-1919, συνελήφθη τον Αύγουστο του 1919 από τους Λευκούς: μετά από έρευνα στην αλληλογραφία του αποκαλύφθηκε ότι διατηρούσε άμεση επικοινωνία με την κεντρική σοβιετική εξουσία. Παρόλα αυτά, με το τέλος του εμφυλίου κέρδισε την ελευθερία του και μετά το 1920 έζησε στην Κριμαία, εργαζόμενος ως δικηγόρος.

 

 

Η περίοδος μετά τον Νοέμβρη του 1918

 

Με την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων και την έλευση των πλοίων των συμμαχικών δυνάμεων, οι Τάταροι φοβήθηκαν τα αντίποινα του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, ωστόσο οι φόβοι τους δεν επαληθεύτηκαν. Αυτό συνέβη διότι ασφαλώς το συμμαχικό εκστρατευτικό σώμα δεν ήταν εχθρικό έναντι των αντιπάλων των μπολσεβίκων. Επιπλέον, ακόμα και ο ίδιος ο εμφύλιος πόλεμος, όπως γινόταν αντιληπτός από τους πρωταγωνιστές του, είχε αρχίσει να αποκτά περισσότερο ταξικά χαρακτηριστικά. Ετσι, ακόμα και στις ταταρικές κοινότητες, οι πρώτοι προοδευτικοί διανοούμενοι που τόλμησαν να αποκλίνουν από τις σκοταδιστικές λογικές των μουσουλμάνων κληρικών και μουλάδων –κυρίαρχων έως τότε στη διαμόρφωση ενιαίας «ταταρικής συνείδησης»– είτε απομονώθηκαν είτε εξοντώθηκαν.

Αναφορικά με τους Ελληνες, η άφιξη του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος τον Νοέμβριο του 1918 αποδείχθηκε καταστροφική. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στην ολιγομελή ελληνική αστική τάξη, αλλά στην κύρια μάζα των φτωχών Ελλήνων εργαζομένων.

Ενα τμήμα του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος εγκαταστάθηκε στη Σεβαστούπολη, όπου ανέλαβε την περιφρούρηση και ασφάλεια της πόλης. Στην αρχή, ο ενθουσιασμός για την άφιξη των συμμαχικών δυνάμεων ήταν αισθητός, καθώς αρκετοί ήταν αυτοί που έβλεπαν στους Συμμάχους τους εγγυητές της ασφάλειας της περιοχής. Αυτό, όμως, δεν ήταν παρά μόνο η βιτρίνα. Ο ενθουσιασμός παρέμεινε μόνο στην πλευρά της αστικής τάξης και της διανόησης. Στις εργαζόμενες μάζες η αντίδραση άρχισε να εκδηλώνεται έμπρακτα, υπερβαίνοντας τα όρια της απλής δυσαρέσκειας. Τον Δεκέμβριο του 1918 προχώρησαν σε απεργία στη Σεβαστούπολη οι αχθοφόροι, οι οποίοι αρνήθηκαν να εργαστούν με τους Συμμάχους. Το γεγονός αυτό προκάλεσε αναστάτωση στην πόλη και δημιούργησε ένα κύμα καταστολής με φυλακίσεις, με αποτέλεσμα να εξαγριώσει εκτός από τους αριστερούς-επαναστάτες, ακόμη και τους σοσιαλδημοκράτες. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και τα διαφορετικά περιστατικά κατά τη διάρκεια των οποίων ελληνικές μονάδες ήρθαν αντιμέτωπες με τη χλεύη των ντόπιων.

 

Eleftherios_Venizelos_WWI.jpg

 

 

Στις αρχές του Ιανουαρίου 1919, η οργάνωση των μπολσεβίκων της Σεβαστούπολης ζήτησε και έλαβε από την αντίστοιχη της Οδησσού προπαγανδιστικό υλικό, μεταξύ άλλων και στην ελληνική γλώσσα, προοριζόμενο για τους συμμαχικούς στρατιώτες. Δύο Ελληνες μπολσεβίκοι, οι Βάσια Πασσάς και Φέντια Αλούρδος, ανέλαβαν να κοινωνήσουν στους συμπατριώτες τους του εκστρατευτικού σώματος επαναστατικές ιδέες μέσω προκηρύξεων. Επιπλέον, αρκετοί απλοί κάτοικοι ήρθαν σε επικοινωνία με τις ελληνικές μονάδες και κατάφεραν να τους πείσουν να αλλάξουν στρατόπεδο.

Τα παραπάνω εξηγούν, επίσης, τα διάφορα περιστατικά αυτομόλησης των Ελλήνων στρατιωτών ή άρνησης εκτέλεσης διαταγών, περιστατικά τα οποία κορυφώθηκαν στα τέλη Απριλίου, όταν εμφανίστηκαν μπροστά στην επαναστατική επιτροπή της Σεβαστούπολης πενήντα Ελληνες του εκστρατευτικού σώματος οι οποίοι εξέφρασαν την επιθυμία τους να προσχωρήσουν στον Κόκκινο Στρατό.

Αυτή όμως δεν ήταν παρά η μία πλευρά του νομίσματος. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στρατεύματος πίστευε στην «ιερότητα» της αποστολής του, ενώ ο διοικητής του σώματος Κωνσταντίνος Νίδερ, στις 23 Μαρτίου δήλωσε μπροστά σε εκπροσώπους της αστικής τάξης της Σεβαστούπολης ότι «οι Ελληνες με ενθουσιασμό αναλαμβάνουν την αποστολή για την αναγέννηση της Ρωσίας». Μάλιστα, το ελληνικό στράτευμα πρωταγωνίστησε και σε ένα άλλο γεγονός, το οποίο διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στην τελική αποχώρηση των συμμαχικών δυνάμεων από τη χερσόνησο, λόγω της «διάβρωσης» της συνείδησης των στρατιωτών από τις κομμουνιστικές ιδέες.

Στις 20 Απριλίου 1919, 350 Γάλλοι ναύτες αποβιβάστηκαν από τα πλοία «Φρανς», «Ζαν Μπάρ» και «Μιραμπό» και, τραγουδώντας τη Μασσαλιώτιδα, ύψωσαν κόκκινα λάβαρα ξεκινώντας διαδήλωση στο κέντρο της Σεβαστούπολης. Την επιχείρηση καταστολής ανέλαβαν κυρίως Ελληνες στρατιώτες, οι οποίοι άνοιξαν πυρ τραυματίζοντας και σκοτώνοντας διαδηλωτές. Επιπρόσθετα, οι Ελληνες στρατιώτες, λίγο πριν την αποχώρησή τους στα τέλη του ίδιου μήνα, λεηλάτησαν διάφορα μνημεία στην «Ιστορική Λεωφόρο» της Σεβαστούπολης και απέσπασαν αντικείμενα αξίας περίπου 30.000 ρουβλίων. Σύμφωνα με μαρτυρίες, Ελληνες και Γάλλοι στρατιώτες λεηλατούσαν ό,τι συναντούσαν στον δρόμο τους, ακόμη και αρτοποιεία.

Ανεξάρτητα όμως από αυτά τα γεγονότα, το εκστρατευτικό σώμα ήρθε σε επαφή με τους ντόπιους Ελληνες και τους παρακίνησε, διασπείροντας τον πανικό, να εγκαταλείψουν την Κριμαία, επικαλούμενο πιθανή επέλαση των μπολσεβίκων. Το χειρότερο είναι ότι στρατολόγησε στις μονάδες του μέλη μεταξύ των διάφορων ελληνικών κοινοτήτων, θέτοντας έτσι το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού σε κίνδυνο για αντίποινα από τους μπολσεβίκους. Το γεγονός αυτό έσπειρε τον φόβο στους Ελληνες, παρότι εκπρόσωπος του Κόκκινου Στρατού διαβεβαίωσε τον ναύαρχο Κακουλίδη, σε συνάντηση που είχε μαζί του στο θωρηκτό «Κιλκίς», ότι οι Ελληνες κάτοικοι θα ήταν ασφαλείς υπό την μπολσεβικική εξουσία. Αντίστοιχες δηλώσεις των μπολσεβίκων έδωσαν στους Ελληνες ελπίδα για το μέλλον. Παρόλα αυτά, αρκετοί ήταν εκείνοι που αποφάσισαν να φύγουν και οι οποίοι αποχώρησαν μαζί με το εκστρατευτικό σώμα στα τέλη του Απριλίου 1919.

Η περίοδος που ακολούθησε (κυριαρχία των Λευκών) χαρακτηρίστηκε για τους Ελληνες από συνεχή μετακίνηση –ή τάση για μετακίνηση– καθώς το κυρίαρχο ζήτημα ήταν πλέον η ολοένα αυξανόμενη φτώχεια και η ανάγκη ασφάλειας και αναδιοργάνωσης της ζωής τους. Τον Σεπτέμβριο του 1919, υπό τη σκιά της στρατιωτικής «Κυβέρνησης της Νότιας Ρωσίας» (όπως ονομάστηκε από τους ίδιους τους Λευκούς), στις τοπικές εκλογές στη Μπαλακλάβα εξελέγησαν και Ελληνες αστικής καταγωγής καιμετριοπαθών πεποιθήσεων. Εντούτοις, λόγω της γενικευμένης δυσαρέσκειας, οι εκλογές διεξήχθησαν με μεγάλα ποσοστά αποχής (από τους 1.113 ψήφισαν οι 384).

Τα δύο αυτά χρόνια (1919-1921), η Κριμαία απώλεσε σταδιακά ένα σημαντικό κομμάτι του ελληνικού της στοιχείου, ενώ δεν πρέπει να λησμονούμε ότι κατά τη διάρκεια του εμφυλίου μεταβλήθηκε και η σύνθεση των ελληνικών οικισμών. Ο λόγος ήταν ότι εισέρευσαν κατά χιλιάδες οι πρόσφυγες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο την κατάσταση, αφού οι περισσότεροι από αυτούς είτε δεν διέθεταν χαρτιά είτε δεν ήταν εγγεγραμμένοι στα μητρώα των ελληνικών πρεσβειών.

Οταν άρχισε μάλιστα η σοβιετική περίοδος για την Κριμαία, με την οριστική εγκαθίδρυση της σοβιετικής εξουσίας (16 Νοεμβρίου 1920), οι πρεσβείες προσπάθησαν να καταγράψουν τους Ελληνες, να τους βοηθήσουν και να τους παράσχουν προστασία. Τότε, η σοβιετική εξουσία πρότεινε σε όλους τους ξένους να εγκαταλείψουν την Κριμαία, αν και πολλοί Ελληνες με οθωμανικά διαβατήρια αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τη χερσόνησο και πολλοί από αυτούς απέκτησαν την ελληνική υπηκοότητα, ενώ άλλοι τη σοβιετική. Ωστόσο, σύντομα έκλεισαν οι ελληνικές πρεσβείες και τα προξενεία, τα οποία πραγματοποιούσαν συνεχείς εκκλήσεις προς το ελληνικό κράτος για αποστολή πλοίων ώστε να μεταφερθούν οι ντόπιοι Ελληνες στην ιστορική τους πατρίδα. Ετσι, αρκετοί Ελληνες έφυγαν από την Κριμαία με κατεύθυνση τον ελλαδικό χώρο, εντούτοις, αυτή η εκροή δεν είχε σε καμία περίπτωση μαζικό χαρακτήρα. Παρά τις δυσκολίες των τελευταίων 10-15 ετών, οι Ελληνες της Κριμαίας έδειξαν εμπιστοσύνη στις διακηρύξεις της σοβιετικής εξουσίας και προσπάθησαν να κάνουν μια καινούρια αρχή.

 

Επίλογος

 

Εν κατακλείδι, εμμένουμε στο τελευταίο συμπέρασμα: η ανάγκη αναγέννησης των ελληνικών κοινοτήτων και παροικιών της Κριμαίας που βίωσαν τον εκρωσισμό και την εθνική καταπίεση από το τσαρικό καθεστώς, αποτέλεσε τον κινητήριο μοχλό της επιλογής του ίδιου του λαού να αναδιοργανωθεί από τη βάση του, υπό τη νέα σοβιετική εξουσία. Γι’ αυτή την αναγέννηση, οι διακηρύξεις από τους μπολσεβίκους περί εθνικής αυτοδιάθεσης και ελευθερίας των λαών, συνιστούσαν μάλλον σημαντικότερο παράγοντα από την ίδια την προπαγάνδα σχετικά με την ανάπτυξη της ταξικής πάλης.

Παρόλα αυτά, τάξη και έθνος (ή ταξική και εθνοτική ταυτότητα) αποτέλεσαν τις δύο κύριες δυναμικές συνισταμένες, οι οποίες συσχετίστηκαν σε τέτοιο βαθμό στα επόμενα χρόνια, ώστε κατέστησαν τη μελέτη της συλλογικής μνήμης και την αναζήτηση κυρίαρχων ταυτοτήτων στους Ελληνες της Κριμαίας έναν διαρκή πονοκέφαλο έως και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές.

 

 

                                                                                   Καταϊφτσής Δημήτρης 

 Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου IV Παρισίων – Σορβόννη

Περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, τεύχος 119

http://www.gnomonpublications.gr/default.asp

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1.  Ζαρούμπιν Α. Γ. - Ζαρούμπιν Β. Γ.: «ΤΟ 1918 ΣΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ: ΟΙ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΟΙ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ», εφημερίδα «Ιστορική κληρονομιά της Κριμαίας», Νο 16, 2006 (στα ρωσικά).
  2.  Ζαρούμπιν Β. Γ.: «Η ΚΡΙΜΑΙΑ ΤΟ 1918-1919: ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΣΜΟΙ», εφημερίδα «Ιστορική κληρονομιά της Κριμαίας», Νο 5, 2004 (στα ρωσικά).
  3.  Ζαρούμπιν Β. Γ.: «ΕΝΔΟΕΘΝΟΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, ΕΘΝΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ (ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙ. ΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟ 1921)», εφημερίδα «Ιστορική κληρονομιά της Κριμαίας», Νο 1, 2003 (στα ρωσικά).
  4.  Ζαρούμπιν Β. Γ.: «ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΘΝΟΤΙΚΟ-ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ (1918)», ομιλία στην επιστημονικο-πρακτική σύσκεψη της Κριμαίας «Ο χριστιανισμός στις νότιες ακτές της Κριμαίας», Γιάλτα, 24 Νοεμβρίου 2000 (στα ρωσικά).
  5. Ζαγκορόντσκιχ Φ. Σ.: Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΝΤΕΝΙΚΙΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΣΒΟΛΕΩΝ ΣΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ, κρατικές εκδόσεις της ΑΣΣΔ της Κριμαίας, Συμφερόπολη 1940 (στα ρωσικά).
  6. Κρεστιάνικοβ Β. Β.: ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΗ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, 1917-1920, Συμφερόπολη 2005 (στα ρωσικά).
  7. Θ. Γιαννίτση: ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΗΝ ΕΣΣΔ, εισήγηση στα πλαίσια του 2ου Διεθνούς Εκπαιδευτικού Συνεδρίου: Λαϊκός Πολιτισμός και Εκπαίδευση, 29 Σεπτεμβρίου - 1 Οκτωβρίου 2006, Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας, Βόλος.
  8. Α. Γκίκας: ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007.
  9. Ι. Κ. Χασιώτης (συλ.): ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, UniversityStudioPress, Θεσσαλονίκη 1997.