Δωρεές

Παρακαλούμε ενισχύστε την προσπάθειά μας

Amount:
 EUR

Γκούλαγκ : Μύθοι και πραγματικότητες των σοβιετικών στρατοπέδων εργασίας

 

 

2

 

Ένα από τα πιο διαδεδομένα ανέκδοτα που κυκλοφόρησαν στην ΕΣΣΔ τη δεκαετία του 1950 ήταν το εξής: όποιος αντικρίζει τρεις Ρώσους να συζητούν, γνωρίζει σίγουρα ότι ο πρώτος έχει περάσει από στρατόπεδο και ότι ο δεύτερος θα μπει σύντομα σε στρατόπεδο γιατί ο τρίτος θα καταδώσει τον δεύτερο στις Αρχές. Υπερβολικές ή αντικειμενικές, οι λαϊκές ρήσεις αποτύπωναν συχνά την κοινωνική πραγματικότητα ή μνήμες του, όχι πολύ μακρινού, παρελθόντος, οι οποίες αποτελούσαν αντικείμενο έντονης διαμάχης μεταξύ των ιστορικών ήδη από την δεκαετία του 1970. Τα Γκούλαγκ δεν είναι πλέον προϊόν φημών όπως παρουσιάζονταν έως και τον θάνατο του Στάλιν. Το αντίθετο, υπήρξαν μια πραγματικότητα αδιαμφισβήτητη, κυνική, οι αρνητές της οποίας θεωρούνται εξίσου γραφικοί με τους αρνητές του Ολοκαυτώματος.

Τα στρατόπεδα και οι ζώνες εργασίας υπό τη διοίκηση της Γενικής Διεύθυνσης Στρατοπέδων αποτέλεσαν την πιο αναβαθμισμένη τεχνολογικά οργάνωση του συστήματος σωφρονισμού της Ρωσίας. Υπήρξαν σίγουρα ο διάδοχος των τσαρικών «Κάτοργκα», ενός συστήματος σωφρονισμού μέσω καταναγκαστικών έργων, συνήθως σε τόπο εξορίας. Σε αυτό έχει αφιερώσει το λογοτεχνικό του έργο «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων» ο Φ. Ντοστογιέφσκι. Ένας άλλος διάσημος Ρώσος λογοτέχνης, ο Α. Τσέχοφ, από τις περιγραφές του ταξιδιού του στη Σαχαλίνη, στη ρωσική Άπω Ανατολή, στα τέλη του 19ου αιώνα, προσφέρει μια εικόνα ενός διαφορετικού θεσμού –που απέκτησε και αυτός σοβιετική εκδοχή–, των «ειδικών εκτοπισμένων». Και οι δύο συγγραφείς αφηγήθηκαν γεγονότα που συνέβησαν στον αιώνα τους, όταν η Σιβηρία ήδη αποτελούσε τόπο εξορίας και καταναγκαστικής εργασίας για περισσότερους από 700.000 ανθρώπους, οι οποίοι κρίνονταν από τις τσαρικές Αρχές ως ανεπιθύμητοι.

Η σοβιετική εξουσία δεν κατήργησε επί της ουσίας τους θεσμούς σωφρονισμού, αλλά τους αναβάθμισε, θέτοντάς τους υπό ένα καθεστώς άμεσης οικονομικής εκμετάλλευσης από τις τοπικές Αρχές και συμπεριλαμβάνοντάς τους στον σχεδιασμό της κεντρικής οικονομίας στη Μόσχα.

 

ΓΚΟΥΛΑΓΚ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Η ιδέα για τη δημιουργία των πρώτων στρατοπέδων εργασίας ανήκε στον ίδιο τον Λένιν, και χρονολογείται λίγους μήνες μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους, όταν συζητείτο η τύχη της ρωσικής αστικής τάξης. Στις αρχές του 1919 είχαν οργανωθεί μόνο δύο στρατόπεδα προς εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού. Σταδιακά όμως, και ενώ οι αντιπολιτευτικές φωνές στην επαναστατημένη Ρωσία είχαν αρχίσει να σχηματοποιούνται και να εξοπλίζονται, ορμώμενες είτε από τη Δεξιά είτε από την Αριστερά, το ζήτημα της τιμωρίας και του σωφρονισμού βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας των μπολσεβίκων. Ήδη από τα χρόνια του εμφύλιου πολέμου παρατηρήθηκε η τάση καταδίκης πολιτών, αλλά και ολόκληρων πληθυσμών, όχι επειδή είχαν διαπράξει κάποια αξιόποινη πράξη, αλλά βάσει της πολιτικής τους ταυτότητας φαινόμενο που στην Ελλάδα παραπέμπει στο βενιζελικό «Ιδιώνυμο». Οι φυλακές ήταν υπερπλήρεις και η αναζήτηση νέων χώρων εγκλεισμού έγινε επιτακτική. Έτσι άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα ειδικά στρατόπεδα αντιφρονούντων στα περίχωρα των πόλεων, όπως για παράδειγμα στο Περμ. Την 1η Ιανουαρίου 1920 υπήρχαν 21 τέτοια στρατόπεδα, τα οποία φιλοξενούσαν 16.447 ανθρώπους, κυρίως οπαδούς και αξιωματικούς του Λευκού Στρατού.

Η πρώτη οργανωμένη απόπειρα δημιουργίας ενός συμπλέγματος στρατοπέδων χρονολογείται στο 1923. Τον Μάιο εκείνου του έτους, ο αντιπρόεδρος της Γκεπεού (GPU/Κρατική Πολιτική Διοίκηση, η οποία εκτελούσε χρέη πολιτικής αστυνομίας) Ιωσήφ Ούνσλιχτ απευθύνθηκε στην Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή με ένα σχέδιο οργάνωσης σειράς στρατοπέδων στα νησιά Σολοβκί, με σκοπό την απομόνωση των πιο επικίνδυνων, για τη σοβιετική εξουσία, «αντεπαναστατικών στοιχείων». Αρχικά δημιουργήθηκε το ΣΕΣΣ (Στρατόπεδο Ειδικού Σκοπού των Σολοβκί) ή ΣΛΟΝ (Solovetsky Lager' Osobogo Naznachenia), που περιελάμβανε μια σειρά στρατοπέδων διασκορπισμένων σε ένα σύμπλεγμα νησιών στη Λευκή Θάλασσα, σχεδόν απέναντι από τις πόλεις Μπελομόρσκ και Αρχαγκέλσκ, περιοχή που χρησιμοποιείτο ως τόπος εξορίας αντιφρονούντων μοναχών ήδη από τον 16ο αιώνα. Τη δεκαετία του 1920, τα Σολοβκί αποτέλεσαν το μοντέλο με το οποίο ηΓκεπεού πειραματίστηκε σε θέματα διαχείρισης κρατουμένων, συνθηκών διαβίωσης, ενώ μελέτησε τις νόρμες εργασίας και τα ποσοστά θνησιμότητας.

Με διάταγμα της 5ης Σεπτεμβρίου 1925, το Σοβιέτ Λαϊκών Κομισάριων της Ρωσικής Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας προέβλεπε τη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης για την «απομόνωση των ταξικών εχθρών», παρ’ όλα αυτά η ιδέα αυτή θα υλοποιείτο σε μαζικό επίπεδο μερικά χρόνια αργότερα, το 1929. Η συγκεκριμένη χρονιά θεωρείται από τους ιστορικούς ως σημείο τομής στην ιστορία των στρατοπέδων εργασίας. Είναι η χρονιά κατά την οποία ο Στάλιν εξήγγειλε τη «Μεγάλη Στροφή» (VelikiiPerelom), εγκαινιάζοντας την πολιτική της βίαιης κολεκτιβοποίησης και βιομηχανοποίησης της ΕΣΣΔ. Σε αυτό το πλαίσιο, τα στρατόπεδα εργασίας δεν θα αποτελούσαν μόνο ένα κομμάτι του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας, αλλά έναν θεσμό άμεσα συσχετιζόμενο με την οικονομία και τα φαραωνικά έργα που θα ακτινοβολούσαν σε κάθε γωνιά της χώρας, μετατρέποντας τη Σοβιετική Ένωση από μια σοσιαλιστική χώρα σε μια κομμουνιστική αυτοκρατορία. Η δημιουργία όλο και περισσότερων στρατοπέδων στις αρχές της δεκαετίας του 1930 απαντούσε όχι μόνο στην αναζήτηση φθηνού εργατικού δυναμικού, απαραίτητου για την πραγματοποίηση όλων αυτών των έργων, αλλά και στη χωροταξική ανάγκη που προέκυψε όταν εκατοντάδες χιλιάδες αγρότες, αρνούμενοι να συνεργαστούν με το κράτος στην κολεκτιβοποίηση της παραγωγής, βρέθηκαν εκτοπισμένοι από τα χωριά και τις περιφέρειές τους.

 

8

 

Ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός της ΤσεΚα, πρόδρομου της ΓκεΠεΟυ έως το 1922, Φέλιξ Ντερζίνκσι,
σε προπαγανδιστική αφίσα, όπου προειδοποιεί τους πολίτες να είναι πάντα προσεκτικοί και
σε εγρήγορση.

 

Ήδη από το 1928, στο πλαίσιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης και της Γκεπεού, συστάθηκε επιτροπή με επικεφαλής τον Νικολάι Γιάνσον, κομματικό στέλεχος πρώτης γραμμής, με σκοπό την οργάνωση ενός συστήματος στρατοπέδων για την αποσυμφόρηση των φυλακών και άλλων τόπων σωφρονισμού με ελλιπείς δομές. Ταυτόχρονα ο Γιάνσον πρότεινε να λειτουργούν τα στρατόπεδα ως «συγκοινωνούντα δοχεία», στη βάση της οικονομικής εκμετάλλευσης των δασών, με απώτερο σκοπό την αύξηση των εξαγωγών ξυλείας. Το «σύστημα στρατοπέδων» δεν άργησε να πάρει σάρκα και οστά όταν η Γκεπεού ανέλαβε σχεδόν όλη την ευθύνη διαχείρισης ενός τεράστιου πληθυσμού καταδικασμένων, θεσμοθετώντας έναν ειδικό τομέα επιφορτισμένο μόνο με τη διαχείριση στρατοπέδων εργασίας, ο οποίος ονομάστηκε σύντομα σε Γενική Διεύθυνση Στρατοπέδων, δηλαδή Γκούλαγκ.

Tο πρώτο από τα μεγάλα έργα το οποίο είναι συνυφασμένο με την ιστορία των στρατοπέδων είναι το Μπελομορκανάλ, ένα κανάλι που συνέδεε τη Βαλτική με τη Λευκή Θάλασσα. Τα επόμενα χρόνια, οι ζεκ (υποκοριστικό που χρησιμοποιήθηκε αρχικά για τους κατάδικους εργάτες του Μπελομορκανάλ και εξαπλώθηκε μετά σε όλους) θα βρεθούν πίσω από την περάτωση έργων τεράστιας οικονομικής και πολιτικής σημασίας, όπως το κανάλι που συνέδεε τον Μόσχοβα με τον Βόλγα και τον Βόλγα με τον Ντον, οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί του Δνείπερου και του Βόλγα, τα μεταλλουργεία του Μαγκνιτογκόρσκ, του Κουζνέτς και του Νορίλσκ.

Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1930, στα Γκούλαγκ μεταφέρθηκαν περισσότεροι από 300.000 κρατούμενοι. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 πλήθος των κρατουμένων αυξήθηκε δραματικά. Μόνο στην περιοχή της Κολιμά οι έγκλειστοι ξεπερνούσαν τους 163.000. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συντριπτική πλειονότητα των στρατοπέδων (τα οποία αριθμούνται σε 386 καθ’ όλη την περίοδο του Στάλιν) δεν βρίσκονταν στη Σιβηρία, αλλά στη δυτική πλευρά των Ουραλίων, στην κεντρική Ρωσία. Και σε αυτά όμως οι καιρικές συνθήκες και το κρύο διαμόρφωναν ένα τοπίο εντελώς ακατάλληλο για διαβίωση, πόσω μάλλον για εργασία. Από τα πιο σημαντικά ήταν το Ουχτπετσλάγκ, το Νορίλσκ και το Καρλάγκ στο Καζακστάν, το οποίο έφθασε να στεγάζει έως και 66.000 κρατουμένους. Παρ’ όλα αυτά, στα στρατόπεδα της Άπω Ανατολής φυλακίστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, ως επί το πλείστον πολιτικοί κρατούμενοι, ειδικά την περίοδο του Μεγάλου Τρόμου (1937-1938). Πέρα από το Μαγκαντάν και την Κολιμά, στις περιοχές γύρω από τις πόλεις Σβομπόντνι και Χαμπαρόβσκ (κοντά στα σύνορα με την Ιαπωνία) εγκαταστάθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες με σκοπό την περάτωση φαραωνικών έργων, μεταξύ αυτών του καναλιού Βαϊκάλης-Αμούρ.

14

                                                                                   Έκθεση μνήμης για τα ΓΚ.ΟΥ.ΛΑΓΚ. της Κολιμά, στο εθνογραφικό μουσείο του Μαγκαντάν

  

Τη δεκαετία του 1940, αυτό που άλλαξε στα Γκούλαγκ δεν ήταν οι συνθήκες ούτε οι σκοποί πίσω από την ύπαρξη και την εξάπλωσή τους, αλλά το προφίλ των κρατουμένων. Χιλιάδες αιχμάλωτοι πολέμου, λιποτάκτες, πολίτες «επίφοβοι για το καθεστώς» λόγω της εθνικότητάς τους, αλλά και συνεργάτες των Γερμανών ήταν το «νέο αίμα» των στρατοπέδων. Αναφορικά με τα τελευταία, στα ήδη υπάρχοντα δημιουργήθηκαν νέα, όπως το ΣΔΕ (Στρατόπεδο Διορθωτικής Εργασίας) της περιοχής του Βόλγα (Privolze), με κύριο σκοπό την κατασκευή σιδηροδρόμων ανάμεσα στο Σαρατόβ και στο Στάλινγκραντ, στο Σαρατόβ και στο Βολσκ, στο Σβιγιάνσκ και στο Ουλιάνοβσκ. Σε αυτά τα έργα, πέρα από τους κρατουμένους εργάστηκαν και αρκετοί κάτοικοι της περιοχής για τις ανάγκες του πολέμου, αλλά και οι Γερμανοί του Βόλγα, οι οποίοι κρίθηκαν ακατάλληλοι για να σταλούν στο μέτωπο. Κοντά στα στρατόπεδα σχεδιάστηκαν και ανεγέρθηκαν οι περίφημες «ειδικές εγκαταστάσεις» (spetsposelenie), οι οποίες αποτέλεσαν τόπους εξορίας ολόκληρων εθνοτικών ομάδων (μεταξύ των οποίων και οι Έλληνες της Κριμαίας και του Καυκάσου). Και αυτές τέθηκαν στην υπηρεσία της εθνικής οικονομίας και των μεγάλων έργων την περίοδο του πολέμου αλλά και αργότερα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο του πολέμου, με ειδικό διάταγμα του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, εστάλησαν χιλιάδες κρατούμενοι στο μέτωπο, εκτός αυτοί οι οποίοι είχαν καταδικαστεί για σοβαρά αδικήματα, πολιτικά και ποινικά. Για παράδειγμα, στο Μπεζιμιανλάγκ, ένα εκ των μεγάλων στρατοπέδων της περιοχής του Βόλγα, ενώ στα μέσα του 1941 βρίσκονταν 91.200 κρατούμενοι, δύο χρόνια αργότερα οι τελευταίοι δεν ξεπερνούσαν τους 16.400. Επίσης, η θνησιμότητα αυξήθηκε δραματικά, καθώς οι συνθήκες ημέρα με την ημέρα γίνονταν ολοένα και πιο δυσχερείς. Με το τέλος του πολέμου, οι ελπίδες ότι η νίκη θα συνεπαγόταν μια ηπιότερη πολιτική αναφορικά με τα Γκούλαγκ διαψεύστηκαν. Το 1946 δημιουργήθηκε κοντά στη Μόσχα το Σπετσστρόι, το οποίο έπειτα από έναν χρόνο μετονομάστηκε σε Στροϊτέλστβο 90 (ναι). Δύο χρόνια αργότερα ιδρύθηκε το ΣΔΕ του Βολγκοντόνστροϊ, όχι μακριά από το Στάλινγκραντ, με σκοπό την εκμετάλλευση των υδάτινων πόρων της περιοχής, ενώ την ίδια περίοδο το ΣΔΕ του Ομπ και του Γιενισέι, αλλά και αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, το Πετσορλάγκ στη Δημοκρατία των Κόμι, το Βάνινο στην περιοχή του Χαμπαρόβσκ, όπως και πολλά άλλα. Ο πυρετός κατασκευής καινούργιων στρατοπέδων και επέκτασης των παλαιών, καθώς και δημιουργίας νέων εγκαταστάσεων εξόρυξης κοιτασμάτων και οικονομικής εκμετάλλευσης, έδειχνε να επικρατεί και να υπερκερά την ανθρωπιστική κρίση, συνεπακόλουθο των δύσκολων συνθηκών διαβίωσης στον ρωσικό Βορρά και στη Σιβηρία.

Το 1953, με τον θάνατο του Στάλιν, διακόπηκαν άμεσα και έπειτα από εντολή της κεντρικής εξουσίας οι εργασίες σε μια σειρά από μεγάλα έργα. Μέσα σε λίγες εβδομάδες απελευθερώθηκαν άνω του ενός εκατομμυρίου κρατούμενοι. Από τότε έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1950, τα περισσότερα στρατόπεδα ανέστειλαν τη λειτουργία τους. Τότε ξεκίνησαν και οι διαδικασίες αποκατάστασης των θυμάτων οι οποίες διήρκεσαν έως και το τέλος της ΕΣΣΔ.

 

6

                                                                                  Καθαρισμός από το χιόνι σε κάποιο από τα στρατόπεδα της Δημοκρατίας της Κόμι, το 1939

 

Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ

Πέρα από τη γεωγραφία των στρατοπέδων και την περάτωση των έργων που αιτιολογούσε εν μέρει την ύπαρξή τους, πίσω από τα συρματοπλέγματα κρυβόταν ένας ανθρώπινος πολιτισμός, που καλείτο να επιβιώσει ανάμεσα στο κρύο και την θλίψη.

Τα σοβιετικά αρχεία των δεκαετιών 1920-1950 εντυπωσιάζουν για τον λεξιλογικό πλούτο και την ορολογία που χρησιμοποιήθηκαν για να κατασκευαστούν τα κατηγορητήρια εκατοντάδων χιλιάδων κρατουμένων στα στρατόπεδα εργασίας: «εχθροί του λαού», «ταξικοί εχθροί», «εκμεταλλευτές των μαζών», «βλαβερά υποκείμενα», «προδότες της πατρίδας», «αντεπαναστατικά στοιχεία», «πρώην παπάδες/υπάλληλοι του τσαρικού καθεστώτος/Λευκοί/αναρχικοί» κ.ά., «σαμποτέρ της παραγωγής», «αντισοβιετικά στοιχεία», «κουλάκοι», «υπο-κουλάκοι» (αγρότες επιρρεπείς στην προπαγάνδα των κουλάκων), «μπουρζουάζικα στοιχεία», «παρεκκλίνοντες», υπήρξαν μερικές μόνο από τις κατηγορίες εναντίον πολιτών, οι οποίοι βρέθηκαν στο στόχαστρο της σοβιετικής εξουσίας και εστάλησαν για «σωφρονισμό» μέσω καταναγκαστικών έργων στα Γκούλαγκ. Είναι άγνωστος σήμερα ο αριθμός αυτών που πέρασαν τον φράχτη ενός στρατοπέδου. Ο ανθρώπινος πολιτισμός των Γκούλαγκ δεν έχει χρώμα, φυλή, φύλο και τάξη. Από τα στρατόπεδα πέρασαν πολίτες όλων των κοινωνικών τάξεων και πολιτικών πεποιθήσεων, γυναίκες και άνδρες, εκατοντάδων διαφορετικών εθνικοτήτων. Παρ’ όλα αυτά, ο μεγαλύτερος διαχωρισμός στις κοινότητες των έγκλειστων, που πραγματοποιήθηκε από την κεντρική εξουσία, από τις τοπικές Αρχές, ακόμη και από τους φύλακες, αφορούσε τους ποινικούς και πολιτικούς κρατουμένους. Μετά το άνοιγμα των αρχείων, ο μύθος ότι το έμψυχο δυναμικό των στρατοπέδων βασίστηκε κυρίως σε κατηγορουμένους του άρθρου 58 (αντεπανάσταση) έδειχνε να καταρρέει, καθώς ακόμη και το 1946, όταν δόθηκε αμνηστία σε χιλιάδες ποινικούς, αυτοί δεν έπαυσαν να αποτελούν την πλειονότητα.

Στην αρχή, οι πολιτικοί κρατούμενοι έχαιραν περισσότερου σεβασμού από την εξουσία και τη διοίκηση των στρατοπέδων. Οι μαρτυρίες στελεχών της αριστερής –στους μπολσεβίκους– αντιπολίτευσης, που υπήρξαν τρόφιμοι των Σολοβκί, είναι χαρακτηριστικές. Ωστόσο, η κατάσταση άρχισε σταδιακά να αλλάζει: Οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των κρατουμένων έδειχναν να θρυμματίζονται, όταν το κράτος ξεκίνησε να τους αντιμετωπίζει ως κομμάτι ενός εν δυνάμει πολύ φθηνού εργατικού δυναμικού, ευέλικτου και εκμεταλλεύσιμου, παραμερίζοντας τις μεταξύ τους διαφορές. Πολύ σύντομα όμως, όταν σκλήρυνε η στάση της σταλινικής ηγεσίας απέναντι στην εσωκομματική αντιπολίτευση, δεξιά και αριστερή, η θέση των πολιτικών κρατουμένων υποβαθμίστηκε σε σχέση με αυτή των ποινικών. Ο Σαλάμοφ, στο βιβλίο του «Ιστορίες από την Κολιμά», επιβεβαιώνει συχνά αυτήν τη θέση: πολλές φορές, όταν οι ποινικοί εργάζονταν σε προνομιακές θέσεις, στα νοσοκομεία, στα σανατόρια κλπ., οι πολιτικοί έσκαβαν στα ορυχεία, ακόμη και σε θερμοκρασίες που άγγιζαν τους -30 ή -40 βαθμούς Κελσίου. Για τον Σαλάμοφ, η εργασία στα ορυχεία σήμαινε βέβαιος θάνατος.

Από στρατόπεδο σε στρατόπεδο οι συνθήκες διέφεραν, ενώ η αποτίμηση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας ακόμη και σήμερα δεν είναι παρά προϊόν υποκειμενικών απόψεων αυτών οι οποίοι θήτευσαν σε αυτά και έχουν αφηγηθεί την εμπειρία τους ή στατιστικών βάσει του αριθμού των θανάτων από πείνα, κακουχίες και εξάντληση. Επομένως, ακόμη και για τα Σολοβκί, τα οποία περιγράφονται ως στρατόπεδα «υψηλής θνησιμότητας», οι μαρτυρίες παρουσιάζουν συχνά αντιφάσεις. Τη δεκαετία του 1920, όταν ο Λευκός αξιωματικός, γεωργιανής καταγωγής, Σ. Α. Μαλσάγκοβ κατάφερε να αποδράσει από τα Σολοβκί και να περάσει στη Δύση, περιέγραψε με τα πιο μελανά χρώματα στο βιβλίο του «Το νησί της κόλασης» τις συνθήκες διαβίωσης. Ήταν όμως υπερβολικός στις περιγραφές και στις εκτιμήσεις του για τις εκτελέσεις στο στρατόπεδο, αφού θα έκανε ακόμη και τους αντισοβιετικούς της εποχής του να δυσπιστούν.Οι εκτελέσεις και τα βασανιστήρια δεν έλειπαν ως τακτικές, παρ’ όλα αυτά δεν γνωρίζουμε αν η κεντρική εξουσία τις επιδοκίμαζε στο σύνολό τους. Για παράδειγμα, το 1930 στα Σολοβκί, έπειτα από καταγγελίες για κακομεταχείριση κρατουμένων, μετέβη κλιμάκιο της Γκεπεού, το οποίο συνέλαβε φύλακες του στρατοπέδου και τους εκτέλεσε με συνοπτικές διαδικασίες. Παρόμοιες επιθεωρήσεις διενεργούντο και σε απομακρυσμένα στρατόπεδα, όπως στην Κολιμά. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρχε μια άτυπη διάκριση ανάμεσα σε ορισμένα στρατόπεδα τα οποία προορίζονταν για βαρυποινίτες και για πολιτικούς κρατουμένους, και σε εκείνα όπου στέλνονταν οι καταδικασμένοι με ηπιότερες σχετικά ποινές. Το Μπόλσεβο, στρατόπεδο στην περιοχή της Μόσχας, φημιζόταν για τις άριστες συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων. Αλλά αυτό μάλλον έμοιαζε να είναι η εξαίρεση.

19

                                                                                                   Εργοτάξιο μέσα σε στρατόπεδο της Βορκουτά

 

Κατά τις δεκαετίες του 1930-1940, η Σοβιετική Ένωση έμοιαζε με ένα απέραντο εργοτάξιο, μέσα στο οποίο μετακινούντο άνθρωποι –πληθυσμοί ολόκληροι– υπό τις εντολές των τοπικών και κεντρικών Αρχών. Η οργάνωση του εκτοπισμού, της μετακίνησης και της εγκατάστασης όλων αυτών των ανθρώπων παρουσίαζε ατέλειες, που απέβαιναν τελικά μοιραίες. Το 1933, λόγω της παντελούς έλλειψης οργάνωσης που αφορούσε την επιχείρηση εγκατάστασης εκτοπισμένων κουλάκων, ύποπτων ατόμων από δυτικές συνοριακές περιοχές, περιθωριακών και λούμπεν στοιχείων των μεγάλων πόλεων, στην περιοχή του Ναρίμ (κοντά στην πόλη του Τομσκ), ο τελικός προορισμός έμελλε να είναι και ο τελευταίος. Στο έρημο νησί Ναζινό, όπου οι εξόριστοι εγκαταλείφθηκαν από τις Αρχές, έλειπε τροφή και στέγη και το κρύο έσβηνε και τις τελευταίες ελπίδες για επιβίωση. Έπειτα από μερικές εβδομάδες, ο κανιβαλισμός έγινε καθημερινή πρακτική και η ιστορία έμελλε να γράψει ότι στο «Νησί των κανιβάλων», όπως ονομάστηκε, χάθηκαν αρκετές χιλιάδες άνθρωποι. Σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες είχαν κληθεί και οι έγκλειστοι του Μπαμλάγκ (κανάλι Βαϊκάλη-Αμούρ) να κατασκευάσουν 2.000 χιλιόμετρα υπερσιβηρικού σιδηροδρόμου: ξυπόλυτοι και με σχεδόν μηδενικό εξοπλισμό και ανεφοδιασμό, οι θάνατοι ήταν καθημερινό φαινόμενο, φθάνοντας τους 10.000 αρκετά πριν ολοκληρωθεί το έργο

Παρ’ όλα αυτά, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι στην Κολιμά, στη βόρεια Άπω Ανατολή, όπου μια σειρά στρατοπέδων οργανώθηκαν για την εξόρυξη χρυσού και άλλων μετάλλων στην περιοχή, οι θάνατοι ήταν μια καθημερινότητα, μια απλή ρουτίνα. Τι ίδιο συνέβη στη Βορκουτά, στα όρια του Βόρειου Παγωμένου Ωκεανού, στο Μπελομορκανάλ, και σε πολλά άλλα τεράστια εργοτάξια. Ο Σαλάμοφ διηγείται: «Στον ελεύθερο κόσμο, ένα πτώμα προκαλεί παντού και πάντα έναν προβληματισμό, τραβάει σαν μαγνήτης. Στα στρατόπεδα όμως δεν σημαίνει τίποτα. Οι καθημερινοί θάνατοι και τα απονευρωμένα συναισθήματα των ανθρώπων απεμπολούν κάθε ενδιαφέρον για ένα σώμα χωρίς ζωή».

 

15                                                                                                                            Καλλιτεχνικό πορτραίτο-σκίτσο του Βαρλαάμ Σαλάμοφ από την ζωγράφο Μαρίνα Λο-Ρέ

 

Τη μονοτονία των πιο γκρίζων αναπαραστάσεων που έχουμε για τα Γκούλαγκ σπάει η πολιτιστική δραστηριότητα των κρατουμένων, αλλά και γεγονότα που συγκρούονται συχνά με την κυρίαρχη αφήγηση. Όσο περίεργο μπορεί να ακούγεται, σύμφωνα με μαρτυρίες κρατουμένων, στα Σολοβκί η άσκηση θρησκευτικών καθηκόντων δεν απαγορευόταν για τους πιστούς. Ο εορτασμός του Πάσχα του 1926 περιγράφεται μάλιστα ως μεγαλοπρεπής. Πολιτιστικές εκδηλώσεις λάμβαναν χώρα στο εσωτερικό των στρατοπέδων με πρωτοβουλία των ίδιων των κρατουμένων. Έτσι δεν έλειπαν θεατρικές παραστάσεις και μουσικές βραδιές, ενώ και οι βιβλιοθήκες ήταν σχετικά οργανωμένες. Η βιβλιοθήκη των Σολοβκί αριθμούσε περισσότερα από 30.000 βιβλία. Σε αρκετά στρατόπεδα υπήρχε και η ΚαΒεΤσε (koultourno-vospitatelnaiatchast), που ήταν ο τομέας επιμόρφωσης και διαπαιδαγώγησης των κρατουμένων. Πέρα από τη στείρα προπαγάνδα για την αναγκαιότητα τήρησης των νορμών εργασίας, στις Καβετσέ φιλοξενούντο πολιτιστικές δραστηριότητες – και αυτές όμως εντάσσονταν στο πλαίσιο ιδεολογικής κατήχησης, απαραίτητης πολλές φορές για την αποφυγή πιθανών διαδηλώσεων, εξεγέρσεων και μαζικών αποδράσεων. Σε αρκετά στρατόπεδα, μεταξύ αυτών και στην Κολιμά, οι κρατούμενοι εξέδιδαν και δική τους εφημερίδα, στη γραμμή πάντα της ιδεολογικής σύμπλευσης με το σοβιετικό ιδεώδες. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμμετοχή κρατουμένων –ακόμη και στις πιο δύσκολες περιόδους, ακόμη και στα πιο σκληρά στρατόπεδα– σε εκδηλώσεις πίστης στον Στάλιν και στο ΚΚ δεν μας εκπλήσσει. Οι διαγωνισμοί παραγωγικότητας που μπορεί να οδηγούσαν τους νικητές εργάτες σε μια μικρή αύξηση της καθημερινής μερίδας φαγητού, σε δώρα, μέχρι και σε αμνηστία, δεν περνούσαν αψήφιστα: στα στρατόπεδα, όπου ο κυνισμός περίσσευε, όλα μπορούσαν να ξεπουληθούν για την επιβίωση, μέσα σε αυτά οι ανθρώπινες συνειδήσεις και ιδέες.

 

ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ Ή ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΩΞΕΩΝ;

Ένα από τα βασικότερα ερωτήματα τα οποία κλήθηκαν οι ιστορικοί να απαντήσουν μετά το άνοιγμα των σχετικών με τα Γκούλαγκ αρχείων αφορούσε τα κίνητρα πίσω από τη δημιουργία του θεσμού. Ήταν η ανάγκη για φθηνό εργατικό δυναμικό, απαραίτητο όπλο για τη βιομηχανοποίηση της χώρας και την εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών, ή η συστηματοποίηση των διώξεων και η αναμόρφωση του σωφρονιστικού πλαισίου της χώρας; Ή μήπως ένας συνδυασμός όλων των παραπάνω;

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο θεσμός των Γκούλαγκ ήταν άμεσα συνυφασμένος με αυτόν της βιομηχανοποίησης της σοβιετικής παραγωγής και ακόμη περισσότερο με την κατασκευή των φημισμένων «Μεγάλων Έργων», όπως αυτό του Μαγκνιτογκόρσκ και του Μπελομορκανάλ. Αναφορικά με το τελευταίο, η ιδέα της κατασκευής του από κρατουμένους ανήκει στον ίδιο τον Ιωσήφ Στάλιν και της Γκεπεού στο πλάνο της διαχείρισης του εργατικού δυναμικού, δηλαδή στη χρησιμοποίηση κρατουμένων για την περάτωσή του. Μάλιστα ένα ειδικό στρατόπεδο δημιουργήθηκε (το Μπελμπαλτλάγκ) ειδικά για αυτόν τον σκοπό, στο οποίο οι έγκλειστοι ήταν κατά κύριο λόγο κουλάκοι και πολιτικοί αντιφρονούντες. Σε αυτούς οφείλεται και η σύντομη ολοκλήρωσή του. Αν και ο αριθμός αυτών που απεβίωσαν κατά τη διάρκεια του έργου είναι δύσκολο να υπολογιστεί, και οι διαφωνίες ποικίλλουν μεταξύ των ιστορικών, 50.000 νεκροί μοιάζει να είναι μια συντηρητική εκτίμηση.

 

12Ο ιθύνων νους πίσω από το Ντάλστρόι και την Κολιμά, Έντουαρντ Μπέρζιν σε φωτογραφία με τη σύζυγό του

 

Αντίστοιχα έργα, πολύ μεγάλου βεληνεκούς, πραγματοποιήθηκαν σε άλλες περιοχές της σοβιετικής επικράτειας, από την Άπω Ανατολή έως την κεντρική Σιβηρία και τα Ουράλια, στα οποία εργάστηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου κρατούμενοι του Νταλλάγκ, Βισλάγκ, Σιμπλάγκ και άλλων στρατοπέδων. Οδικά δίκτυα χιλιάδων χιλιομέτρων κατασκευάστηκαν υπό τις πλέον αντίξοες συνθήκες για να μεταφέρονται εμπορεύματα, εργοστασιακά υλικά, καταναλωτικά προϊόντα μεταξύ νεόκτιστων πόλεων της Ασίας, τα οποία εξηγούν σε κάθε περίπτωση τη γιγάντωση της βιομηχανικής παραγωγής της ΕΣΣΔ τη δεκαετία του 1930. Τα στρατόπεδα άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και να επικοινωνούν το ένα με το άλλο όταν οι ανάγκες για εργατικό δυναμικό σχετίζονταν όχι με την κατασκευή μεμονωμένων έργων αλλά με τη βιομηχανοποίηση ολόκληρων περιοχών. Έτσι, δίπλα στο Ουχτπετσλάγκ (Δημοκρατία των Κόμι), που τροφοδοτούσε με πετρέλαιο και άνθρακα την περιοχή της Ούχτα, οργανώθηκε το Ουστβιμλάγκ (υλοτομία), η Βορκουτά και η Ίντα (ορυχεία άνθρακα), αλλά και το Σεβγιεντορλάγκ (σιδηρόδρομος).

Στο ίδιο περίπου πλαίσιο, το Νταλστρόι, μεγαλεπήβολο πρόγραμμα οικονομικής εκμετάλλευσης της Άπω Ανατολής, ήταν συνυφασμένο με τη δημιουργία μιας σειράς στρατοπέδων στην κοιλάδα της Κολιμά και του Μαγκαντάν, κύριου αστικού κέντρου της περιοχής. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι μεταξύ 1932 και 1934 δεκαπλασιάστηκε η παραγωγή χρυσού στην περιοχή, διαμέσου της καταναγκαστικής εργασίας των τροφίμων στα στρατόπεδα. Να σημειωθεί ότι ο χρυσός προοριζόταν για τις ξένες αγορές, για την εισαγωγή συναλλάγματος απαραίτητου για την εκβιομηχάνιση της χώρας. Η άφιξη χιλιάδων νέων εξορίστων στην Κολιμά συμβάδιζε με τα πλάνα του Έντβαρντ Μπέρζιν, διοικητή των στρατοπέδων και ενός εκ των εμπνευστών του Νταλστρόι, για πλήρη εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών σε μια κατά τα άλλα αφιλόξενη για τον άνθρωπο περιοχή. Η δημιουργία νέων στρατοπέδων απαντούσε απλά στην ανάγκη φρούρησης, στέγασης και σίτισης των νεοφερμένων ζεκ που καλούντο να φέρουν εις πέρας τα πλάνα ταχείας εξόρυξης των κοιτασμάτων. Με τον ίδιο ρυθμό που αυξάνονταν οι ανάγκες για την εκμετάλλευση του χρυσού και άλλων πολύτιμων κοιτασμάτων, αυξανόταν και ο ρυθμός αύξησης των κρατουμένων. Έτσι, μεταξύ 1932 και 1934, εκτός από τους ντόπιους που εργάζονταν στα έργα του Νταλστρόι, οι πολιτικοί και ποινικοί εκτοπισμένοι που θα αποτελούσαν το φθηνό εργατικό δυναμικό σχεδόν τετραπλασιάστηκαν. Μαζί με αυτούς, επιστημονικό προσωπικό, που είχε καταδικαστεί τα προηγούμενα χρόνια για σαμποτάζ στην παραγωγή ή κατασκοπεία (κυρίως μηχανικοί), στελέχωσε τις θέσεις εξειδικευμένου προσωπικού, απαραίτητου για τον σχεδιασμό των έργων.

 

11                                                                                                                 Ότι έχει απομείνει σήμερα από μια πόλη φάντασμα κοντά στο Νορίλσκ

 

Μερικά χρόνια αργότερα, το κύμα πολιτικών διώξεων του 1936-1938 αύξησε δραστικά τον αριθμό των ζεκ, όμως το γεγονός αυτό δεν συνοδεύτηκε από αύξηση της παραγωγής ούτε από αύξηση της παραγωγικότητας. Υπολογίζεται ότι τη συγκεκριμένη περίοδο εστάλησαν στα Γκούλαγκ περισσότεροι από 800.000 άνθρωποι. Στην Κολιμά, ενώ οι 93.978 κρατούμενοι του 1938 αυξήθηκαν κατά περίπου 70.000 μέσα σε έναν χρόνο (1939), η εξαγωγή χρυσού ανέβηκε ελάχιστα, από τους 62 στους 66 τόννους, γεγονός που μαρτυρεί ότι οι μαζικές εκκαθαρίσεις που έλαβαν χώρα υπονόμευαν τα οικονομικά οφέλη που εξασφάλιζε το δωρεάν εργατικό δυναμικό των Γκούλαγκ, φθάνοντας συχνά να είναι και ζημιογόνες από οικονομική άποψη. Αυτό ίσως και να εξηγεί ότι μεγάλες διώξεις δεν συνεχίστηκαν στην ίδια κλίμακα μετά το 1939. Ο οικονομικός παράγοντας έμοιαζε να υπερισχύει του σοβιετικού «δικαίου» και του σωφρονιστικού συστήματος, επιβάλλοντας τους δικούς του κανόνες. Για παράδειγμα, στις αρχές της δεκαετίας του 1940, ο αντικαταστάτης του Μπέρζιν στο Νταλστρόι, Ιβάν Νικίσοβ, παραχώρησε αμνηστία σε χιλιάδες κρατουμένους στην Κολιμά, κυρίως εξειδικευμένους, με σκοπό να επέλθει η χαμένη οικονομική ευημερία των μέσων της δεκαετίας του 1930.

Την περίοδο της γερμανικής εισβολής, οι φρενήρεις ρυθμοί για τη γιγάντωση της πολεμικής βιομηχανίας είχαν το δικό τους αντίκρισμα στην απώλεια ζωών χιλιάδων κρατουμένων, οι οποίοι καλούντο να εργαστούν για ακόμη μία φορά σε ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες. Στο Μπεζιμιανλάγκ, από τον Νοέμβριο του 1941 έως τον Ιανουάριο του 1942, όταν πίεζε ο χρόνος για την ολοκλήρωση των μονάδων κατασκευής αεροσκαφών, έχασαν τη ζωή τους περισσότεροι από 4.000 κρατούμενοι, ενώ μέσα σε δύο χρόνια (Ιούνιος 1941 - Ιούλιος 1943) πέθαναν 11.165.

Το τέλος του πολέμου δεν μείωσε τη μεγαλομανία της σοβιετικής εξουσίας. Η οικοδόμηση νέων έργων, σιδηροδρόμων, νεόκτιστων πόλεων στη Σιβηρία έδειχνε ότι η δωρεάν εργασία ήταν η μοναδική λύση για την υπεροχή έναντι της Δύσης τεχνολογικά και βιομηχανικά.

Οι παραπάνω συνεκδοχές του φαινομένου των Γκούλαγκ, αν και κυριάρχησαν τις δεκαετίες 1940 έως 1970 στη δυτική βιβλιογραφία, απαύγασμα της οποίας ήταν η υιοθέτηση του όρου «σύγχρονη δουλεία» για τους ζεκ, δεν αποτελούν τη μοναδική ερμηνεία του συστήματος των στρατοπέδων. Η διαπίστωση αρκετών ερευνητών ότι η εργασία στα στρατόπεδα ήταν συνολικά αντιπαραγωγική και ζημιογόνα έγερνε συχνά την πλάστιγγα στην πλευρά της ανάλυσης των Γκούλαγκ περισσότερο ως συνολικής μεθόδου σωφρονισμού και λιγότερο ως οικονομικής δομής. Επίσης, η δημιουργία των «ειδικών εγκαταστάσεων» και η οικοδόμηση χωριών, οικισμών και πόλεων από τους κρατουμένους μίκρυνε αρκετά την οντολογική απόσταση μεταξύ «στρατοπέδων» και «ελεύθερων πόλεων».

Η οικονομική και σωφρονιστική διάσταση του φαινομένου των Γκούλαγκ αποτέλεσε ένα μόνο από τα πεδία σύγκρουσης μεταξύ των σοβιετολόγων ιστορικών. Σταδιακά, και με το άνοιγμα των αρχείων, άρχισαν να δημιουργούνται και να απαντώνται νέα ερωτήματα, λιγότερο ή περισσότερο κομβικά, το κυριότερο των οποίων αφορούσε τον συνολικό πληθυσμό των Γκούλαγκ. Έτσι, ενώ αρχικά οι εκτιμήσεις για τον συνολικό αριθμό των κρατουμένων έφθαναν σε δυσθεώρητα επίπεδα, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες έρευνες, το 1950 –έτος κατά το οποίο η μαζικότητα των στρατοπέδων άγγιξε το αποκορύφωμά της– οι έγκλειστοι δεν ξεπερνούσαν τα 2,5 εκατομμύρια. Αντίστοιχα ερωτήματα δήλωναν και δηλώνουν ακόμη ένα ισχυρό ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, το οποίο παρ’ όλα αυτά αδυνατούσε να δει πέρα από τα αρχεία και τους αριθμούς, και να αποτελέσει μηχανισμό έκφρασης της συλλογικής μνήμης των πρώην έγκλειστων. Οι τελευταίοι, με μοναδικό όπλο τη βιωματική εμπειρία και την προσωπική αφήγηση, γύρισαν ουκ ολίγες φορές την πλάτη στη διαμεσολάβηση της μνήμης από τους ειδικούς – πολλές φορές με όχημα τη σιωπή.

 

10                                                                                           Η Γ.Ν. Γκογκόλεβα, πρώην κρατούμενη στην Κολιμά και εργαζόμενη στο ίδιο νοσοκομείο  με τον Βαρλαάμ Σαλάμοφ

 

ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΛΗΘΗ ΤΩΝ ΓΚΟΥΛΑΓΚ

Όταν στα τέλη του 1962 κυκλοφόρησε στα ρωσικά το βιβλίο «Μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, το σοκ που προκλήθηκε ήταν τεράστιο, τόσο στους κύκλους των πρώην ζεκ όσο και στο σύνολο της σοβιετικής κοινωνίας. Οι επιζήσαντες αμνηστευμένοι, οι οποίοι κρατούσαν επτασφράγιστες τις μνήμες από τα στρατόπεδα, αναγνώρισαν στο μικρό μυθιστόρημα του Σολζενίτσιν μία ημέρα από τη ζωή τους. Αυτό τουλάχιστον απάντησαν οι πρώην έγκλειστοι του Οζερλάγκ, όταν δέχτηκαν να μιλήσουν για την εμπειρία τους, στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Ήδη από την εποχή της Περεστρόικα άρχισαν να πληθαίνουν οι γραπτές και προφορικές μαρτυρίες των πρώην ζεκ, αφού είχαν ήδη ξεχωρίσει οι αφηγήσεις του Σολζενίτσιν με το κλασικό πλέον «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» αλλά και οι «Ιστορίες από την Κολιμά» του Βαρλαάμ Σαλάμοφ. Το τελευταίο, πέρα από εξαιρετικό λογοτεχνικό πόνημα, αποτέλεσε την επιτομή μιας βιωμένης εμπειρίας στη μακρινή Κολιμά, μια κυνική αφήγηση της καθημερινότητας η οποία οδηγούσε σταδιακά στην αποκτήνωση. Πέρα όμως από τους Σαλάμοφ και Σολζενίτσιν, σημαντικές είναι και οι γραπτές μαρτυρίες του ιδρυτή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Παλαιστίνης Γιόζεβ Μπέργκερ στο «Ναυάγιο μιας γενιάς», αλλά και του Γιουγκοσλάβου κομμουνιστή Κάρλο Στάινερ στο «7.000 μέρες στη Σιβηρία».

Στην προσπάθεια καταγραφής εμπειριών, λαογραφικού υλικού, διασωθέντων μνημείων από τα στρατόπεδα, ο σοβιετικής έμπνευσης οργανισμός «Μεμοριάλ» –ένα δίκτυο τοπικών συλλόγων διατήρησης αλλά και διαχείρισης της μνήμης των διώξεων κατά τις δεκαετίες 1920-1950– δεν ήταν εύκολο να οικοδομήσει μια συλλογική μνήμη των ζεκ: αρκετοί από αυτούς είτε αρνούντο να μιλήσουν για το παρελθόν, χρησιμοποιώντας διάφορες αιτιολογίες, είτε αφηγούντο το παρελθόν με διαφορετικό τρόπο και ένταση. Έπειτα, οι «τόποι μνήμης» έδειχναν να απουσιάζουν από τον χάρτη της ιστορίας είτε εσκεμμένα είτε λόγω των καιρικών συνθηκών. Μια ομάδα Γάλλων ερευνητών είδε με έκπληξη ότι στο Όζερλαγκ, που φιλοξένησε δεκάδες χιλιάδες κρατουμένους, πολύ λίγα ήταν τα ευρήματα που μαρτυρούσαν κάποτε ζωή. Θαμμένα στο χιόνι, γκρεμισμένα από τις θύελλες ή τις Αρχές (τις τοπικές ή την κεντρική), τα παραπήγματα των ζεκ, τα νοσοκομεία, τα δημόσια κτίρια, τα εργοτάξια υπάρχουν σήμερα μόνο στις αφηγήσεις αυτών που κάποτε τους έδωσαν ζωή. Και αυτές όμως θα μπορούσαν να είναι πολλαπλάσιες, αν αναλογιστούμε ότι ο φόβος αυτών που απελευθερώθηκαν –και που λίγο νωρίτερα είχαν αναγκαστεί από τις Αρχές να υπογράψουν όρκους σιωπής– πολλές φορές τους συνόδευσε έως τα βαθιά γεράματα, ενίοτε έως και τον θάνατο.

Σήμερα, πενήντα με εξήντα χρόνια μετά την κατάργηση του θεσμού, η μνήμη των Γκούλαγκ αναπαράγεται μέσω των οικογενειακών αφηγήσεων, των τοπικών μουσείων, μέσω των στηλών μνήμης στους νεκρούς, όχι ως φόρος τιμής σε αυτούς που δεν κατάφεραν να περάσουν την πύλη της εξόδου, αλλά ως μια υπενθύμιση στις νεώτερες γενιές ότι μια πιθανή επανάληψη της ιστορίας στο μέλλον δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί ένα λάθος ασυγχώρητο.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1) ApplebaumA.: GOULAG: UNEHISTOIRE, Gallimard, Παρίσι 2003.

(2) Bell W. T.: «GULAG HISTORIOGRAPHY: AN INTRODUCTION», Gulag Studies, no. 2-3 (2009-2010), σ. 1-20.

(3) Berger J.: SHIPWRECK OF A GENERATION, Harvill, Λονδίνο 1971.

(4) Dostoïevski F.: SOUVENIR DE LA MAISON DES MORTS, Gallimard, Παρίσι 1977.

(5) Dougier H. (επιμ.): OZERLAG 1937-1964, editions Autrement, Serie Memoires no. 11, Παρίσι 1991.

(6) Gregory P. - Lazarev V.: THE ECONOMICS OF FORCED LABOR: THE SOVIET GULAG, Hoover Institute, Στάνφορντ 2003.

(7) Μορούκοβ Γ.: «ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΚΟΠΟΥ ΤΩΝ ΣΟΛΟΒΚΙ», Ημερολόγια της θάλασσας των Σολοβκί, τ. 3, Σολοβκί 2004 (στα ρωσικά).

(8) Οχότιν Ν. - Ρογκίνσκι Α.: ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ, Ζvenia, Μόσχα 1998 (στα ρωσικά).

(9) Piron G. (επιμ.): GOULAG: LE PEUPLE DES ZEKS, Infolio, Γενεύη 2004.

(10) Σαλάμοφ Β.: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΛΙΜΑ, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2011.

(11) Σολζενίτσιν Α.: ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΝΤΕΝΙΣΟΒΙΤΣ, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2009.

(12) Τσέχοφ Α.: ΝΗΣΟΣ ΣΑΧΑΛΙΝΗ, εκδ. Λέμβος, Αθήνα 2015.

(13) Τσούχιν Ι.: ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΝΑΛΙΟΥ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΟΥ ΜΠΕΛΟΜΟΡΚΑΝΑΛ, Karelia, Πετροζαβόντσκ 1990 (στα ρωσικά).

(14) Werth Ν.: L’ILE AUX CANNIBALES, Perrin, Παρίσι 2008.

(15) Ζαχαρτσένκο Α.: «ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΤΗΣ NKVD ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΒΟΛΓΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ», Izvestia(Samara), τ. 16, nο. 3, 2014

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΤΑΪΦΤΣΗΣ 

Δημοσιευμένο στο περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, Μάης 2017.